rupture
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- rupture < αρχαία γαλλική rupture
[
]
Ουσιαστικό
rupture (en)
- η ρήξη
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| rupture | ruptures |
rupture (fr) θηλυκό
- η ρήξη