sabot
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
ενικός
πληθυντικός
sabot
sabots
sabot
(fr)
αρσενικό
ξυλοπάπουτσο
,
σαμπό
οπλή
[
]
Εκφράσεις
avoir les deux pieds dans le même sabot
baignoire sabot
- μικρή
μπανιέρα
όπου πλένεται κανείς
καθιστός
dormir comme un sabot
-
(
παρωχημένο
)
κοιμάμαι
βαθιά
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
Deutsch
English
Español
Eesti
Suomi
Français
Galego
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
한국어
Kurdî
Malagasy
မြန်မာဘာသာ
Occitan
Polski
Português
Română
Русский
Svenska
தமிழ்
Tiếng Việt
中文