sadly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

sadly (en)

  1. δυστυχώς, κατά δυστυχή συγκυρία
    Sadly he has never been able to find again his parents
  2. λυπημένα, θλιμμένα
    he told us something sadly
  3. θλιβερά, κατά τρόπο που προκαλεί θλίψη
    the child was sadly illiterate