safeguard
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία en
[
]
Ουσιαστικό
safeguard (en)
[
]
Ρήμα
safeguard (en)
- προστατεύω, κρατώ κάποιον ασφαλή, συνοδεύω για λόγους ασφαλείας
-
- She kept a savings to safeguard against debt and emergencies.