sagacité
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- sagacité < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| sagacité | sagacités |
sagacité (fr) θηλυκό