saignée

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
saignée saignées

saignée (fr) θηλυκό

  1. αφαίμαξη, αιμορραγία που προκαλείται για κάποιο λόγο
  2. απώλεια ενός τμήματος (υλικού, ουσίας, κ.α.)
  3. πτυχή ανάμεσα στον βραχίονα και το αντιβράχιο, εκεί απ' όπου γίνεται η αιμοδοσία
  4. (μεταφορικά) χαντάκι για την άρδευση
  5. χαραγή ενός τοίχου για το πέρασμα καλωδίων

Ομώνυμα[]