salarié
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | salarié | salariés |
| θηλυκό | salariée | salariées |
salarié (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | salarié | salariés |
| θηλυκό | salariée | salariées |
salarié (fr)