saline
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
saline (en)
[
]
Ουσιαστικό
saline (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| saline | salines |
saline (fr) θηλυκό
[
]
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
saline (fr)