satira

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

satira < satur

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsa.ti.ra/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

satira (la) θηλυκό & satura-ae

  • Είδος της Λατινικής Ποίησης με ποικίλο (satur) αρχικά δραματικό και εν συνεχεία διδακτικό και συνήθως σατιρικό, σκωπτικό ή χλευαστικό περιεχόμενο. Πρωτογράφτηκε από τον Ρωμαίο ποιητή Έννιο και στη συνέχεια από τους Λουκίλιο, Οράτιο, Πέρσιο και Γιουβενάλη. Δεν έχει σχέση με το σατυρικό δράμα.

Plume ombre.png Κλίση[]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική satĭra satĭrae
γενική satĭrae satĭrārum
δοτική satĭrae satĭrīs
αιτιατική satĭram satĭrās
κλητική satĭra satĭrae
αφαιρετική satĭrā satĭrīs
(α' κλίση)