satisfaction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- satisfaction < λατινική satisfactio, επανόρθωση
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| satisfaction | satisfactions |
satisfaction (fr) θηλυκό
[
]
- satisfaction
- satisfaire
- satisfaisant - satisfaisante
- satisfait - satisfaite