saving

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

saving (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

saving (en)

  • μείωση κόστους, τρόπον τινά κέρδος, το ποσό που γλιτώνω, η έκπτωση που μου κάνουν (όχι αυτή που προσφέρω εγώ)
  • αυτό που εξοικονομώ, η εξοικονόμηση
  • οι οικονομίες μου (συνήθως savings, δηλ. στον πληθυντικό), το σύνολο των χρημάτων που έχω βάλει στη μπάντα συγκεντρώνοντάς το σιγά-σιγά κάθε μήνα ή χρόνο με το χρόνο