saving
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Προφορά [
]
Ρηματικός τύπος [
]
saving (en)
Ουσιαστικό [
]
saving (en)
- μείωση κόστους, τρόπον τινά κέρδος, το ποσό που γλιτώνω, η έκπτωση που μου κάνουν (όχι αυτή που προσφέρω εγώ)
- αυτό που εξοικονομώ, η εξοικονόμηση
- οι οικονομίες μου (συνήθως savings, δηλ. στον πληθυντικό), το σύνολο των χρημάτων που έχω βάλει στη μπάντα συγκεντρώνοντάς το σιγά-σιγά κάθε μήνα ή χρόνο με το χρόνο