screenshot
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
screenshot (en)
- στιγμιότυπο οθόνης· ψηφιακό αρχείο εικόνας που περιέχει αυτό που απεικονίζει η οθόνη ενός υπολογιστή σε μια δεδομένη χρονική στιγμή