sedentary
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
sedentary (en)
- καθιστικός
- a sedentary job
- που δεν μετακινείται, δεν αλλάζει τόπο διαμονής, μη αποδημητικός