semáforo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Spain.svg Ισπανικά (es) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
semáforo semáforos

semáforo  (es) αρσενικό

  1. σηματοδότης, το κόκκινο/κίτρινο/πράσινο φως σε ένα δρόμο