serve
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| serve | serves |
serve (en)
- (αθλητισμός) το σερβίρισμα (μιας μπάλας)
[
]
Ρήμα
serve (en)