set
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /sɛt/
- Audio (US)βοήθεια, αρχείο
[
]
Ρήμα
set (en)
- (μεταβατικό) βάζω κάτι κάτω, τοποθετώ
- Set the tray there.
- (μεταβατικό) προσδιορίζω
- to set the rent
- (μεταβατικό) βάζω, ρυθμίζω
- I set the alarm at 6 a.m.
- (μεταβατικό) μπήγω ένα καρφί σε ξύλο, ώστε το κεφάλι του να είναι κάτω από την επιφάνεια
- (μεταβατικό) ετοιμάζω το τραπέζι
- Please set the table for our guests.
- (μεταβατικό) περιγράφω κάτι εισαγωγικά
- I’ll tell you what happened, but first let me set the scene.
- (μεταβατικό) τοποθετώ (πχ την υπόθεση ενός έργου)
- He says he will set his next film in France.
- (μεταβατικό) φτιάχνω (σταυρόλεξο)
- (μεταβατικό) ετοιμάζω το σκηνικό ενός έργου
- (μεταβατικό) τακτοποιώ
- It was a complex page, but he set it quickly.
- (μεταβατικό) αναθέτω εργασία
- The teacher set her students the task of drawing a foot.
- (αρχαϊκό) κάθομαι
- He set down on the stool in the corner of the room.
- (βόλεϋ) στρώνω τη μπάλα σε ένα συμπαίκτη για μία επίθεση
- (αμετάβατο) στερεοποιούμαι
- The glue sets in 4 minutes.
- (αμετάβατο) για ένα ουράνιο σώμα, δύω
[
]
[
]
Ουσιαστικό
set (en)
- σύνολο, σετ
- συλλογή, σετ
- a set of tools
- ένα αντικείμενο που αποτελείται από διάφορα μέρη
- a set of steps
- (μαθηματικά) σύνολο
- παρέα
- the country set
- ένα εργαλείο που βοηθάει για να μπήξουμε βαθιά ένα καρφί σε ξύλο, ζουμπάς για καρφιά
- nail set
- το σκηνικό
- (χορός) ο αρχικός ή κύριος σχηματισμός των χορευτών
- (τένις, βόλεϋ) σετ
- δέκτης
- television set
[
]
[
]
- Weisenberg, Michael (2000) The Official Dictionary of Poker. MGI/Mike Caro University. ISBN 978-1880069523
[
]
Επίθετο
set (en)
- έτοιμος, προετοιμασμένος
- αποφασισμένος για κάτι
- set on getting to his destination
- προκαθορισμένος
- a set menu
- σταθερός σε μία άποψη
- I’m dead set against the idea of smacking children to punish them.
- (για τα μαλλιά) χτενισμένα με ένα συγκεκριμένο στιλ
[
]
Συνώνυμα
- determined, intent (2)
- dictated, prearranged, predetermined, prescribed, specified (3)
- fixed, rigid (4)
[
]
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- set < αγγλική
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| set | sets |
set (fr) αρσενικό
- (τένις, βόλεϋ) σετ
- όλα τα πετσετάκια ενός σερβίτσιου που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντί για (ή πάνω σε) ένα τραπεζομάντηλο
- (ειδικότερα) ένα απ' αυτά τα πετσετάκια
[
]
[
]
Καταλανικά (ca)
[
]
Αριθμητικό
set (ca)
[
]
Οξιτανικά (oc)
[
]
Ουσιαστικό
set (oc)
- η δίψα