sheltered

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

sheltered  (en)

  1. στεγασμένος, προφυλαγμένος από εξωτερικές καιρικές συνθήκες
    The boat was much safer, during the storm, in the sheltered cove.
  2. άτομο που μεγάλωσε υπερπροστατευμένο, "μέσα σε γυάλα", άμαθο στις κοινωνικές δεξιότητες

[] Open book 01.svg Ρηματικός τύπος

sheltered  (en)

  • αόριστος και μετοχή αορίστου του ρήματος shelter
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες