shipwreck
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
shipwreck (en)
[
]
Ρήμα
shipwreck (en)
- ναυαγώ
- προκαλώ το ναυάγιο ενός πλοίου
- (μεταφορικά) καταστρέφω