short-term
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
short-term (en)
- βραχυπρόθεσμος
- short-term plans - βραχυπρόθεσμα σχέδια
- βραχυχρόνιος
- short-term memory - βραχυχρόνια μνήμη