shot
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
shot (en)
- πυροβολισμός
- ευκαιρία, προσπάθεια
- (κινηματογράφος) μία σειρά συνεχόμενων καρέ, λήψη ή πλάνο
- ένεση, εμβόλιο
[
]
Ρηματικός τύπος
shot (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος shoot