show
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
show (en) (αόρ. : showed, παθ. μτχ. : shown)
Ουσιαστικό [
]
show (en)
- θέαμα, παράσταση
- τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα
- ενέργεια που γίνεται για το θεάσθαι, αλλά δεν έχει ουσία
- επίδειξη με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- show < αγγλική show, θέαμα
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| show | shows |
show (fr) αρσενικό
- θέαμα (συνήθως τηλεοπτικό) που βασίζεται σε έναν παρουσιαστή ή μια βεντέτα
-
- → δείτε τη λέξη: one man show
-
- (κατ' επέκταση) εμφάνιση ενός πολιτικού προσώπου όπου προσπαθεί να πείσει τους εκλογείς του