shrapnel
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
shrapnel (en)
- (χωρίς πληθυντικό) θραύσματα (π.χ. από χειροβομβίδα, νάρκη κ.λπ)
shrapnel (en)