singe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

singe  (en)

[] Open book 01.svg Ρήμα

singe  (en)



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
singe singes

singe  (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο πίθηκος, η μαϊμού
  2. (μεταφορικά) άσχημος, κακοφτιαγμένος άνθρωπος
  3. (λαϊκό) το αφεντικό
  4. (οικείο) βοδινό κρέας σε κονσέρβα

[] Εκφράσεις

[] Παροιμίες

  • on n'apprend pas à un vieux singe à faire la grimace - δεν χρειάζεται να μαθαίνεις κόλπα σε κάποιον έμπειρο
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες