single
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Επίθετο
single (en)
- ανύπαντρος, ελεύθερος
- I don't want to stay single forever. Sometime I want to have a family.
- Δεν θέλω να μείνω ανύπαντρος για πάντα. Κάποτε θέλω να φτιάξω οικογένεια.
- μόνο ένας
- He had a single goal when he was growing up: to leave town.
- Είχε ένα μόνο σκοπό όταν μεγάλωνε: να φύγει από το χωριό.
- για χρήση ενός ατόμου
- I want to reserve a single room for three nights.
- Θέλω να κλείσω ένα μονόκλινο για τρεις νύχτες.
Ουσιαστικό
- ανύπαντρο άτομο
- τραγούδι που δημοσιεύεται και κυκλοφορεί ξεχωριστά σε CD ή άλλο μέσο
- στο μπέιζμπολ, χτύπημα της μπάλας που επιτρέπει στον παίκτη να φτάσει στην πρώτη βάση