sitting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

sitting  (en)

  1. η μία φορά που κάθεται κανείς για να κάνει κάτι ορισμένο, (πχ να φάει)
    how many calories do you take in one sitting? - πόσες θερμίδες παίρνεις σε ένα γεύμα;
    Ovelix could eat five boars at a sitting - ο Οβελίξ μπορούσε να φάει πέντε αγριογούρουνα στην καθισιά του
  2. η συνεδρίαση ενός νομοθετικού οργάνου
  3. η ενέργεια ενός πουλιού που κλωσάει τα αβγά του
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες