skid
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
skid (en)
- γλίστριμα, ανεξέλεγκτη κίνηση
[
]
Ρήμα
skid (en)
- γλιστρώ έχοντας χάσει τον έλεγχο