slut
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πίνακας περιεχομένων
1
Αγγλικά (en)
1.1
Ουσιαστικό
2
Ρουμανικά (ro)
2.1
Επίθετο
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
slut
(en)
βρομοθήλυκο
,
τσούλα
,
τσουλί
πόρνη
σκύλα
Ρουμανικά (ro)
[
]
Επίθετο
[
]
slut
(ro)
άσχημος
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Ρουμανική γλώσσα
Επίθετα (ρουμανικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
العربية
Česky
English
Esperanto
Español
Euskara
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
ಕನ್ನಡ
한국어
Limburgs
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Norsk bokmål
Polski
Português
Русский
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
Tiếng Việt
中文