smashup
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
smashup (en)
- ξαφνική βλάβη ή αστοχία
- σύγκρουση αυτοκινήτου με άλλο όχημα ή ακίνητο αντικείμενο, τρακάρισμα
smashup (en)