sociétaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
sociétaire sociétaires

sociétaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. μέλος μιας κοινωνίας, μιας αδελφότητας, ενός σωματείου, κ.λπ.