socialiser

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sɔ.sja.li.ze/

Open book 01.svg Ρήμα[]

socialiser (fr)

L'enfant, à la maternelle, va être socialisé. Το παιδί, στο νηπιαγωγείο, θα κοινωνικοποιηθεί.
Des usines ont été socialisées. Κοινωνικοποιήθηκαν εργοστάσια.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]