soi-disant
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | soi-disant | soi-disants |
| θηλυκό | soi-disante | soi-disantes |
soi-disant (fr)