solde

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 1

ενικός πληθυντικός
solde soldes

solde  (fr) θηλυκό

  1. ο μισθός των στρατιωτικών

[] Εκφράσεις

  • (σκωπτικά) être à la solde de quelqu'un: είμαι στην υπηρεσία κάποιου για κάθε ανέντιμη πράξη

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό 1

ενικός πληθυντικός
solde soldes

solde  (fr) αρσενικό

  1. το υπόλοιπο ενός τραπεζικού λογαριασμού
  2. εμπόρευμα που πωλείται με μειωμένη τιμή
  3. (κατ' επέκταση) έκπτωση

[] Εκφράσεις

  • pour solde de tout compte: έκφραση που χρησιμοποιείται κατά την τελική πληρωμή μιας συνδιαλλαγής

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες