solicitous
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- solicitous < solicit
[
]
Επίθετο
solicitous (en)
- που ανησυχεί, προβληματίζεται για κάτι
- που επιδιώκει να πετύχει κάτι