sorcière

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

sorcière < θηλυκό του sorcier

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /sɔʁ.sjʁ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
sorcière sorcières

sorcière  (fr) θηλυκό

  1. η μάγισσα πρωτόγονων λαών
  2. αυτή που κάνει μάγια με απόκρυφο ή παράνομο τρόπο
  3. γυναίκα γριά, άσχημη, κακιά, κακοντυμένη

[] Εκφράσεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

δείτε τη λέξη: sorcier
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες