spadek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

spadek < spadać

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈspadɛk/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

spadek (pl) αρσενικό

  1. η πτώση, η ελάττωση τιμής, ύψους κλπ
  2. η κληρονομιά
  3. ο κατήφορος, η πλαγιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

χρήση[]

  • dostać coś w spadku - παίρνω κάτι κληρονομιά