spin
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
spin (en) (αόρ. : spun, παθ. μτχ. : spun)
- περιστρέφω
- κλώθω
- περιστρέφομαι
- ερμηνεύω κάτι προς το συμφέρον μου, διαστρεβλώνω