spleen
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
spleen (en)
- η σπλήνα
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- spleen < αγγλική
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| spleen | spleens |
spleen (fr) αρσενικό
- η μελαγχολία, η κατάθλιψη
Συγγενικές λέξεις
- spleen
- spleenétique