spoil
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
spoil (en)
[
]
Ρήμα
spoil (en)
- (μεταβατικό) χαλάω κάτι (το καταστρέφω)
- (μεταβατικό) χαλάω κάποιον (τον κακομαθαίνω)
- (αμετάβατο) χαλάω (για φαγητό)