sponsor
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
sponsor (en)
- ανάδοχος
- ο εισηγούμενος μια πρόταση
- χορηγός, σπόνσορας
[
]
Ρήμα
sponsor (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- sponsor < αγγλική (sponsor)
[
]
Ουσιαστικό
sponsor (fr) αρσενικό ή θηλυκό
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ουσιαστικό
sponsor (ro) αρσενικό