square
Από Βικιλεξικό
[
]
square (en)
- το τετράγωνο (το γεωμετρικό σχήμα)
- (μαθηματικά) το τετράγωνο (η δεύτερη δύναμη ενός αριθμού)
- γεωμετρικό όργανο σε σχήμα L ή Τ για τον σχεδιασμό ορθών γωνιών (γνώμονας)
- η πλατεία
- (ΗΒ) το σύμβολο # στις τηλεφωνικές συσκευές
- (δεκαετία του '50) κάποιος που ακολουθεί κατά γράμμα τις κοινωνικές συμβάσεις