squeeze
Από Βικιλεξικό
[
]
squeeze (en)
squeeze (en)
- πιέζω, ζουλάω, σφίγγω
- (μεταφορικά) πιέζω, φέρνω σε δύσκολη θέση κάποιον μεταξύ δύο διαφορετικών καταστάσεων
- στριμώχνω κάτι, καταφέρνω να το κάνω να χωρέσει σε μικρό χώρο
- τραβώ με δυσκολία κάτι για να το βγάλω από κάπου