statistics
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
statistics (en)
- η στατιστική (η επιστήμη)
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
statistics (en)
- πληθυντικός του statistic : τα στατιστικά στοιχεία, οι στατιστικές