stature
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
stature (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| stature | statures |
stature (fr) θηλυκό
- το ανάστημα, το ύψος κάποιου όταν στέκεται όρθιος και ευθυτενής
- (μεταφορικά) η σπουδαιότητα κάποιου