steep
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
[
]
steep
(en)
απότομος
(σχεδόν κατακόρυφος)
a
steep
staircase - μια
απότομη
σκάλα
ακριβός
Ρήμα
[
]
steep
(en)
εμβαπτίζω
,
εμποτίζω
(και μεταφορικά)
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Επίθετα (αγγλικά)
Ρήματα (αγγλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Česky
Deutsch
English
Esperanto
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Galego
Magyar
Ido
Italiano
ქართული
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî
Limburgs
Lietuvių
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Polski
Русский
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Tagalog
Tiếng Việt
中文