strip
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
strip (en)
- λωρίδα
- strips of paper
- Gasa strip - η Λωρίδα της Γάζας
- το στριπτίζ, συντομευμένη εκδοχή της λέξης striptease