strzała

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική strzała strzały
γενική strzały strzał
δοτική strzale strzałom
αιτιατική strzałę strzały
οργανική strzałą strzałami
τοπική strzale strzałach
κλητική strzało strzały

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsṭʃawa/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

strzała < πρωτοσλαβική strěla

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

strzała (pl) θηλυκό

  1. το βέλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]