sublet
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
sublet (en)
- υπενοικιάζω κάτι σε κάποιον
- υπενοικιάζω κάτι από κάποιον
[
]
Ουσιαστικό
sublet (en)
- περιουσιακό στοιχείο που υπενοικιάζεται