subscribe
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
subscribe (en)
- εγγράφω σε λίστα συνδρομητών κ.λπ.
- συνυπογράφω, συμφωνώ απόλυτα με μια ιδέα, θεωρία, πρόταση
- (χρηματιστήριο) συμφωνώ να πάρω μετοχές μιας εισηγμένης εταιρίας