substantivo
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- substantivo < substantiv- + -o
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | substantivo | substantivoj |
| αιτιατική | substantivon | substantivojn |
substantivo (eo)
- το ουσιαστικό