suivant
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | suivant | suivants |
| θηλυκό | suivante | suivantes |
suivant (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | suivant | suivants |
| θηλυκό | suivante | suivantes |
suivant (fr)